Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ «Παλάμη ωχρού μελισσοκόμου» -μικρό αφιέρωμα-

 «Οι θάνατοι
Στων ματιών μας τις κόρες ασύλητοι αλλά/ 
Ποιες λέξεις θα ημερώσουν/ 
Τα Σάββατα;» 
«Το πεπρωμένο των κυμάτων της».


«Η γη/ Ξενοδοχεί/ Τις λέξεις». Μ' αυτό το τρίστιχο, ένα τέλειας οικονομίας χαϊκού, επιλέγουμε, σκόπιμα, να αρχίσουμε την αναφορά μας στην τελευταία ποιητική συλλογή του Μάνου Λουκάκη με τίτλο «Παλάμη ωχρού μελισσοκόμου». Σκόπιμα, επίσης, παραφράζουμε το τρίστιχο ως εξής: «Η ποίηση/ Ξενοδοχεί/ Τις λέξεις», για να υπογραμμίσουμε το μεγάλο, σχεδόν γενικευμένο πρόβλημα της σημερινής ελληνικής ποιητικής γραφής. Το πρόβλημα ότι η ποίηση, πρώτη από όλες τις μορφές λογοτεχνικής γραφής, θα έπρεπε να «στεγάζει» τις λέξεις που όχι μόνο να περιέχουν αληθινό και ουσιώδες «διανοητικό νόημα» (όπως επισήμανε σε βαρύνουσας σημασίας επιφυλλίδα του ο Νάσος Βαγενάς, με τίτλο «Η κρίση του ποιητικού λόγου» - «Βήμα» 14/1/2001), αλλά και να «παραδίδει» αυτό το νόημα κατανοητό από τον αναγνώστη της ποίησης.

Επειδή ο Μ. Λουκάκης είναι ένας αληθινά προοδευτικός, στοχαστικός, αβόλευτος... άνθρωπος και δημιουργός, μπορεί αλλά και οφείλει, λόγω των ιδιοτήτων του (φιλόλογος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας), να «αφουγκραστεί» τον προβληματισμό αυτού του σημειώματος για το πού βαδίζει η ποίησή μας. Για το αν υπηρετεί το αισθητικό, αλλά κυρίως κοινωνικό χρέος της, σήμερα. Εποχή «γενικότερης κρίσης και ιδιάζουσας σύγχυσης αξιών», όπως σωστά υπογραμμίζει ο Ν. Βαγενάς. Ο καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ποιητής, επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι «η σημερινή κρίση του στίχου είναι οξύτερη στην ελληνική ποίηση, όπου η κυριαρχία του ελεύθερου στίχου υπήρξε ολοκληρωτική». Κρίση, «που προκαλείται από την ανεξέλεγκτη χρήση του ελεύθερου στίχου και από τις θλιβερές επιπτώσεις σε αυτήν του μεταμοντερνισμού».

Οι επισημάνσεις του Ν. Βαγενά παρέχουν μια «βάση» παρατήρησης των ποιητικών διανοητικών νοημάτων του Μ. Λουκάκη. Διανοητικά νοήματα, τα οποία σε αρκετά ποιήματα της συλλογής περιέχουν ουσία, αισθαντικότητα, αισθητική πληρότητα, ποιητική προσωδία και επιπλέον είναι κατανοητά. Αλλού όμως, το δυσνόητο των λέξεων, η αδύναμη ποιητική προσωδία, ο κρυμμένος ή θολός συμβολισμός (λέξεων, στίχων, θέματος, «μυθοπλασίας»), καθιστούν νοηματικά δυσπρόσιτα ορισμένα ποιήματα. Τότε, ο υπομονετικός αναγνώστης που διαισθάνεται κάτι να κυλά κάτω από τις λέξεις, χρειάζεται να διαβάσει ξανά και ξανά, λέξη λέξη στίχο στίχο για να βρει τη «φλέβα» του νοήματος. Γεννάται, όμως, το ερώτημα: Τι είναι ή πρέπει να είναι και να νοείται ως ποίηση; Ενα ακατανόητο, μη προσλήψιμο από όλους λογοτεχνικό είδος; Αφορά ολίγους επαΐοντες; Δεν πρέπει να είναι έκφραση κοινωνικοποίησης του ανθρώπου, αλλά εγωτισμού, αυτιστικού αυτοεγκλεισμού του ποιητή σε προσπελάσιμα μόνον από αυτόν διανοητικά, θεματολογικά και μορφοπλαστικά «τείχη»;
Στη συλλογή του Μ. Λουκάκη συναντάται, ευτυχώς συχνότατα, η αληθινή, γεμάτη διανοητικά νοήματα, λυρική ποίηση. Ποίηση συλλογικών αισθημάτων, βιωμάτων, πόνων, παθών, πόθων, αξιών. Ποίηση, για την οποία «διψά» ο καιρός μας και με την οποία, σαν να 'ναι άλλος «Ορέστης», μπορεί, αύριο, να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση...

Από αυτήν επιλέγουμε ορισμένους χαρακτηριστικούς στίχους: 
«Δεν μπορώ σ' ετούτο το παρόν μου μητέρα/ Ν' αλησμονήσω τη νύχτα που περπάτησες δίπλα μου» («Σκιές των δέντρων στους μπλάβους σοβάδες»).

«Ο ήλιος στριφώνει/ Τα τρύπια πελάγη μας/ Με τ' ανθισμένα σπλάχνα νεκρών/ Και τους βοστρύχους ανάστατους/ Των ποιητών/ Να λάμπουν./ Ομως στο νότο/ ξημερώνει φαντάσματα /Λένε» («Το τρανζίστορ»).

«Ακούς των νταμαριών το βρόντο μου λες/ Τον μεταφράζεις χαλίκι χαλίκι στο στέρνο, Τόσος καημός πουθενά δε θα πάει/» («Τόσος καημός πουθενά δε θα πάει»).

«Οι θάνατοι/Στων ματιών μας τις κόρες ασύλητοι αλλά/ Ποιες λέξεις θα ημερώσουν/ Τα Σάββατα;» («Το πεπρωμένο των κυμάτων της»).

«Μισάνοιξε/ Να δει τ' αμπέλια,/ Να δει την άνοιξη/ Λοξά/ Η δικαιοσύνη,/(...) «Το νόημα/ όλων των σωμάτων/ Σπαρταράει/ Σε μια παλάμη», «Μισή σταλιά νερό/ Στη στέρνα/ Πες πως έσταξε,/ Πάει τελέσαν,/ Το δάκρυ τ' αρχαγγέλου/ Πες πως έσταξε (...)» («Καντάτα ενός Ορέστη»).

Α. Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου